Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Ο τρελλός




Ένα ξημέρωμα ένα λάθος σώμα με ζαλισμένα μάτια μικρού αγοριού συζητούσε μ' έναν ζαλισμένο κούρδο μετανάστη, έξω από μία φρεσκοκλεισμένη μεταμοντέρνα παμπ. Ή καλύτερα τζαζ μπαρ.

Τα σώματά μας ανισορροπούσαν ασταθή. Τα κορμιά μας δε στήριζαν τίποτα. Ήταν από τις ώρες που τα χέρια κάνουν όλη τη δουλειά και αναρωτιέσαι που παραμένεις όρθιος.
Τα ξύλινα καθίσματα θύμιζαν τρενάκι και ήταν άβολα και υπερυψωμένα.
Απέναντι μία καντίνα έζεχνε σάπιο χοτ ντογκ. Το καλύτερο της πόλης.
Το κεφάλι μου ακουμπούσε στο ξύλινο τραπέζι.
Με το ένα μάτι κοιμόμουν και με το ένα αυτί άκουγα.
Με δείχνει και του λέει:
-Σ' αγαπάει... Είστε ζευγάρι;
-Όχι, του απαντάει το μικρό αγόρι.
-Δεν κάνετε σεξ;
-Όχι...
-Γιατί;
-Γιατί, αλλιώς θα της κάνω ένα παιδί και μετά από πέντε χρόνια άλλο ένα.. Είναι 22 χρονών.
Έβαλα το κεφάλι μου στον αγκώνα κι έκλαψα. Εκείνοι άρχισαν να συζητούν για τον Έριχ Φρομ. Ο κούρδος με ξαναδείχνει.
-Αν κάνετε έρωτα όλα θα φτιάξουν.
Εκείνο το βράδυ το σώμα μου ανάρρωνε από μία ελαφριά πνευμονία.
Είχα καπνίσει δύο καπνούς και είχαμε πιει τρεις κάβες μαγαζιά.
Είχα φλερτάρει με όλον τον αντρικό πληθυσμό της πόλης.
Κατά διαστήματα άγνωστοι έσκαγαν και μας συστήνονταν.
Μιλούσαν με το αγόρι, που απαντούσε πάντα με χαμόγελο, αλλά κοιτούσαν εμένα. 
"Αυτοί είμαστε; 
Πολλαπλοί;
Διαίρεση των αισθήσεων;"
Δεν είπα λέξη σε κανέναν. 
Άντε να ψιθύρισα το όνομά μου μια- δυο φορές.
Μετά ο στόχος άλλαζε.
Το μόνο που είχε μείνει στο τέλος ήταν τα δύο άλογα με τα βραζιλιάνικα φτερά στην κορυφή του κεφαλιού. 
Κάπως όμως με μπουκώνανε...
Είχα υποδουλώσει ακόμα και το σερβιτόρο.
Ήμουν το αποκλειστικό του πόστο. 
Σέρβιρε τους πάντες με ανυπαρξία, ενώ εγώ είχα ό,τι ήθελα πριν το ζητήσω και πριν καν το σκεφτώ. Έναν πάγκο πνιγμένο στα νερά, τα αγγούρια και τα καρότα. Είχα τα πάντα.
Μα το μικρό αγόρι ήταν πάντα το Μικρό Αγόρι...

Θέλω να πω, ότι είναι μερικά πράγματα, μερικές στιγμές, που όταν τα ζεις ή αν τα σκεφτείς μετά δεν υπάρχει γυρισμός. Μία νύχτα σε μία άγνωστη πόλη, μία γερή σούρα, ο τελευταίος έρωτας στα πιο βρώμικα σεντόνια, μία λέξη, μία γουλιά σούμα, ένα άρωμα, ένα βλέμμα. Μετά είσαι για πάντα ο τρελλός.
Ήταν Σεπτέμβρης... 

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Οι αντιποιητικοί μου φίλοι


Οι αντιποιητικοί μου φίλοι 
είναι σημεία αναφοράς στις εκολαπτόμενες στιγμές

Μπορούν να σε πείσουν ή και όχι για το ένα βήμα 

Οι αντιποιητικοί μου φίλοι παίζουν με την τρέλλα σου
και ρίχνουν βλέμματα ακαθόριστα σε στιγμές δίκοπες

Οι αντιποιητικοί μου φίλοι στήνουν καθρέφτες στα κρεβάτια τους μετωπικά
για να κοιτάνε το κορμί το Ένα όταν ερωτοτροπούν

Με ένα ντοκουμέντο στο κεφάλι
Καπνίζεις
-Τι είναι ο έρωτας;
-Μια ερώτηση είναι. Και αν την απαντήσεις, πάει. 

Τελείωσε.

Ο αντιποιητικός μου φίλος Ζ. κολλάει βιβλία στα κεφάλια του μανιασμένοι
και περιμένει να αλλάξει το μπαλάκι από τη μία πλευρά του κεφαλιού στην άλλη 
κι εγώ δεν ξέρω γιατί 
και μετά ξέρω γιατί 
κι όλο με γυροφέρνει

Ο αντιποιητικός μου φίλος Ζ. όταν βγαίνει βόλτα μαζί μου 
σκαλίζει με μία κίνηση το κτήνος μου και ύστερα με πείθει πως οι λέξεις δε μας ανήκουν

Τίποτα δε μας ανήκει, λέει.
Ούτε οι συνδυασμοί, λέει.
Είμαστε κομμάτια κολλημένα από τα ιστορικά πριν και νοηματικά ασύμβατα, λέει.
Δεν υπάρχει τίποτα, λέει.

Ύστερα μιλάμε βίαια ο ένας στον άλλο. 

Οι αντιποιητικοί μου φίλοι είναι ρευστά στατικοί
όλο κόβουν βόλτες κι όλο εξαφανίζονται 
και όταν είναι εκεί που είναι χώνονται με τα μπούνια 

Οι αντιποιητικοί μου φίλοι τζογάρουν 
σερβίρουν ουίσκια σε χαρτοπαιχτικές λέσχες
που απαγορεύεται να χαμογελάς όταν κάποιος χάνει
μα πάντα πρέπει να σερβίρεις από τα δεξιά

Ο αντιποιητικός μου φίλος Γ. έχει φρύδια μυτερά
με παλιομοδίτικη ευγένεια 
κάθεται με επιθετική άνεση σε καρέκλες καφενείου
και καπνίζει βιομηχανικά

Ο αντιποιητικός μου φίλος Γ. έχει κριτήρια νουάρ
και αναρωτιέται πως μοιάζω

Όταν έρχεται η βροχή ή το σύννεφο
παρατηρώ μαζί τους αντιποιητικές αντιφάσεις
και άγνωστες μήτρες

Σήμερα έιδα ένα φύλο να πέφτει με ορμή
Ήταν ένα πλατανόφυλο
Κι όσο έφτανε στο έδαφος έμοιαζε με αμυγδαλιά.

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

ο κύκνος

Δες τα οριοθετημένα μου χείλη
ξεφωνίζουν άμετρα φωνήεντα

Μπροστά στα αλάνια με το σωλήνα μπηγμένο στα πνευμόνια
χωρίς μία δόση παυσίπονου
σε ουρές αναμονής για μια χούφτα μεθαδόνης
ανατρέχω σε όλες τις γλυκιές ανάσες εραστών
τις ανατριχιαστικές σιωπές των συντρόφων

τα κοιτάγματα παιδιών με μισοσπασμένα όργανα 
άδεια τσίγκινα κουτιά που κρέμονται στο πλάι
και βλέμμα που ξέρει και σε μετράει 

τα τρύπια συγχωροχάρτια 
θαμπά σαν την τελευταία ευχή των γερασμένων κυριών πριν την εξομολόγηση
τη γραφική χαρτούρα του γονιού πριν μπήξει δάχτυλο στην κυρά του
το "άντε γαμήσου" της πριν κοιμηθεί
και μισόλογα πριν το πρωινό χωρίς χαμόγελα 
μπροστά από την πολύτιμη συσκευασία γάλακτος γεμάτη υποσχέσεις

σπαρτά ρυζιού
σκυμμένοι λαιμοί 
χέρια άπιαστα 
ο πόνος είναι χρόνος
και ο χρόνος είναι χρήμα

κέρματα στην τσέπη χλυμιντρίζουν
και τα παππούτσια μου σκαλίζουν πεζοδρόμια.

Δες τα οριοθετημένα μου χείλη
κόκκινα
 
Νευρικές νοσοκόμες σε θαλάμους ουρλιάζουν
"το χαμόγελο και η αγάπη δίνουν ζωή"
και με ένα κροτάλισμα το κεφάλι τους κρέμεται στο πλάι
το σαμπώ φεύγει από το ένα πόδι
και ματώνει

η γυναίκα που βυζαίνει το παιδί 
κρατάει το κεφάλι του με την μία παλάμη ορθάνοιχτη
και στο αυτί του ψιθυρίζει "Εγώ, εγώ!"

κι έτσι βγήκε το πρώτο κλάμμα
κεντητήρι γεμάτο μολύβι
σπρωξιά σε πόλεμο χωρίς κανόνι
χωρίς οβίδα
μόνο ματιά και περπατησιά

Δες το μακρύ λαιμό μου 
που όλοι θέλουν να τον σπάσουν 
και αυτά τα άτσαλα πόδια πως κολυμπούν.