Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Γράμμα στο θείο Σαμ



Πες μου θείε Σαμ,
ιστορίες για άυπνα και πεινασμένα μωρά
Πες μου θείε Σαμ, 
για την απόσταση ανάμεσα στα σκαλισμένα εκθέματα
Πες μου θείε Σαμ, 
για τα όργανα μέτρησης της ηδονής
Πες μου θείε Σαμ,
για τα πουλιά με τα αναρίθμητα γεννητικά όργανα
Μίλα μου θείε Σαμ, 
για την όψη του ενός ματιού
του άθλιου
Αλήθεια θείε Σαμ,
που είναι η μήτρα με τα παχύρευστα υγρά 
τεμαχισμένης μνήμης ή εθελούσια αφαιρεμένης;
Πες μου θείε Σαμ,
με πόσες ανάσες τελειώνεις το χυλωμένο γεύμα σου;
Πες μου θείε Σαμ, 
για τα πρησμένα από την ορθοστασία πόδια
Πες που θείε Σαμ, 
για τις πυώδεις εκκρίσεις στα άκρα των δραπετομανών
Πες μου θείε Σαμ,
για την ελκτική ικανότητα της λοβοτομής
Πες μου θείε Σαμ, 
για την τελευταία σκέψη του πυρακτωμένου εγκεφάλου

Δείξε μου θείε Σαμ,
στήθη ανοιχτά
φωνές αφίμωτες
γροθιές σφιγμένες στη φορμόλη

Θείε Σαμ, 
δώσε μου δέρμα να γλείψω
κόκκαλα να δαγκωσω
λαιμούς να απαγχωνίσω για να ηρεμίσω
Θείε Σαμ, 
γδάρε με μετά τις 7 και πριν τις 3 γιατί μετά ξεκινάει η παρεκτροπή
Θείε Σαμ,
τι είναι αυτά τα μαύρα σημάδια στα πλευρά μου;
αυτά τα λυσσασμένα στόματα στο κρεβάτι μου;
Θείε Σαμ, 
τι πιέζει τον κόλπο μου;
Θείε Σαμ,
τι σφίγγει το λαρρύγγι μου;
Θείε Σαμ, 
τι ξεχειλώνει τον ουρανίσκο μου;
Θείε Σαμ, 
ποιανού τα παιδιά θες να γεννήσω απόψε;
Θείε Σαμ, 
το νερό με καίει και η φωτιά με δροσίζει
Θείε Σαμ,
πάλλομαι ανάμεσα σε φωτεινές επιγραφές
Θείε Σαμ, 
πόσο βαθιά σκίζει το μαύρο σύννεφο ένας κεραυνός;
Θείε Σαμ, 
άγγιξε χαμηλά το αγκυλωμένο μου σώμα για να μην απέχω
Θείε Σαμ,
ποιος θα σε αντικαταστήσει όταν θα φεύγεις;
Θείε Σαμ, 
θες να παίξουμε γκολφ με τον άτριχό μου εγκέφαλο;
Θείε Σαμ, 
μία τρύπα διασχίζει το κεφάλι σου
Θείε Σαμ, 
σιωπάς;
Θείε Σαμ, 
χαϊδεύω τα ενωμένα με τα άκρα μου ποντίκια
τους τυφλούς αδερφούς και αδερφές μου
Θείε Σαμ, 
θέλω το σαπούνι μου να είναι φτιαγμένο από λίπος και φόβο
Θείε Σαμ, 
σιωπάς;
Θείε Σαμ, 
ορθώνεται 
Θείε Σαμ,
τα νύχια σου τρυπάνε τα τύμπανά μου
Θείε Σαμ, 
πόσο λαχταρώ μια αγκαλιά χωρίς βινύλια στα χέρια

Θείε Σαμ,
που κοιτάζει αυτό το κενό βλέμμα;
τι σάλιο καταπίνει αυτό το αφρισμένο στόμα;
τι ήχους βγάζει αυτό το άθικτο κορμί;

Πες μου θείε Σαμ, 
με λόγια πίσω από λόγια
με πρόσωπα πίσω από γυαλί
τις παθιασμένες σου καταστήσεις τα ενάρετά σου κατορθώματα
να τα κάνω παραμύθια για νεκρούς κι ευτυχείς
Θείε Σαμ, 
πεινάω
διψάω
νυστάζω
Θείε Σαμ, 
τι απέγινε το σταθερό σου χέρι;
που χάθηκε η εξεταστική επίμονη ματιά σου;
Θείε Σαμ, 
πάω να βρω τον Καρλ με το ραμμένο στόμα
Θείε Σαμ, 
ντύσε με ξανά με τη κόκκινη δαντέλα
Θείε Σαμ, 
η ηλεκτρική κένωση μου ψιθυρίζει ακατάπαυστα
περίεργα λόγια για τη διατήρηση της ορμής
Θείε Σαμ, 
μήπως βρήκες το μαύρο μου μαντήλι;
το είχα αφήσει κάπου την ώρα της αιχμής
Θείε Σαμ, 
άκουσα πως στη Λέρο όλοι οι λεπροί ερωτοτρόπησαν απόψε κάτω από ένα εφτακέφαλο φεγγάρι
τους ένωσαν, λέει ,τα κουτιά με το νερό
μπλέχτηκαν οι κρεμασμένες τους γλώσσες
τα σπέρματά τους γκρέμισαν τους τοίχους
Θείε Σαμ, 
τώρα που μέτρησα τους πόνους μου έναν έναν στα δάχτυλα
φέρε μου να ακονίσω κοχύλια 
Χαμογέλα θείε Σάμ,
την ώρα που αναλάμπει η μνήμη 
το ρούχο σου να μοιάζει πρέπει λαμπερό.