Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Για το εγώ


Δε θέλω να γίνω ο ξεφτισμένος καναπές που πάνω του χύνονται νωθρά σώματα
Δε θέλω να γίνω ο χαρτοφύλακας ενός γκρι προσώπου
Μήτε η σφραγίδα στην άκρη του χεριού του που ανεβοκατεβαίνει σαν δαίμονας 8 ώρες τη μέρα χωρίς σταματημό
Δε θέλω να γίνω το σηκωμένο δάχτυλο ενός γονιού
Δε θέλω να γίνω το "μου" της μάνας πίσω από τη λέξη "παιδί" ούτε το "εμένα" του πατέρα πίσω από το ρήμα "μοιάζω"
Δε θέλω να γίνω το αντικείμενο της προστασίας και του πόθου κανενός
Δε θέλω να γίνω ο μώλωπας της γυναίκας που σιωπά
Δε θέλω να γίνω η ενοχή της
Δε θέλω να γίνω η ξεθεωμένη σφουγγαρίστρα της, η πεντικιουρίστα ή η οικογενειακή της φωτογραφία
Δε θέλω να γίνω ο κοινωνικός ρόλος
Μόνο η αφαίρεση του
Δε θέλω να γίνω ο μπλε τοίχος του σχολείου
Δε θέλω να γίνω τα υψωμένα κάγκελα του στρατοπέδου
Δε θέλω να γίνω η τυφλή πειθαρχεία και η στοίχιση
Ούτε η ανύψωση ορθογώνιων υφασμάτων και πολεμικών εμβατηρίων
Δε θέλω να γίνω η τιμωρία των ανυπότακτων
Δε θέλω να γίνω η απάθεια των υποταγμένων
Δε θέλω να γίνω το στατικό έδρανο στις αίθουσες ακαδημαϊκών
Δε θέλω να γίνω η ξεφτισμένη μπογιά σε ξηλωμένο τοίχο
Ούτε η μαζικότητα στο επέκεινα χωρίς ποιοτική σύγκρουση
Δε θέλω να γίνω η εξάρτηση ανάμεσα σε ανθρώπους
Δε θέλω να γίνω η εξάρτηση ανάμεσα σε ανθρώπους και πράγματα
Δε θέλω να γίνω τίποτα εξαρτητικό και τίποτα αντικειμενοποιημένο
Δε θέλω να γίνω δυσανάγνωστο ποίημα από χέρι γραφιάδων με μοναδικό σκοπό την υστεροφημία
Δε θέλω να γίνω η ματαιοδοξία και η προβολή με κάθε τρόπο και κάθε μέσο πίσω από τα μάτια των όμορφων κοριτσιών και αγοριών
Δε θέλω να γίνω ο μονόλογος των σύγχρονων καλλιτεχνάδων
Δε θέλω να γίνω ούτε η κακοπαιξιά τους ούτε τα βιασμένα κακοπαιγμένα τους έργα
Δε θέλω να γίνω το Τέρας στα Παιχνίδια Πολέμου
Δε θέλω να γίνω η γλώσσα όσων πλουσιοπάροχα ζουν σε δύσκολους καιρούς
Δε θέλω να γίνω άρθρο μετρημένο σε εφημερίδα με όνομα μεγαλεπίβολο και πατριωτικό
Δε θέλω να γίνω αθωωτική απόφανση σε δικαστικές αίθουσες
Γιατί τότε σίγουρα δεν θα υπάρχει τίποτα αθώο να αποφανθεί
Δε θέλω να γίνω η ασπίδα νομοταγών μπράβων μπροστά από επίσημα ντουβάρια
Δε θέλω να γίνω ο απροσπέλαστος χρόνος των φυλακισμένων στα μαύρα ή τα λευκά κελιά
Δε θέλω να γίνω η ανάσα των λύκων του μυαλού
Δε θέλω να γίνω το σύνθετο όνομα μιας αρρώστιας για τα θύματα των ψυχολόγων της δύσης
Δε θέλω να γίνω η ματαίωση των εξεγερμένων που πάλεψαν με τα κτήνη του κόσμου για να υψώσουν την κοινωνική συν-αίσθηση και τώρα λιώνουν μέσα τους επαναδιαπραγματεύοντας τους εαυτούς τους
Δε θέλω να γίνω το κόκκινο ακριβό κρασί που δροσίζει τα χείλη αυτών των κτηνών
Δε θέλω να γίνω το μούγκρισμα του Ιμπραήμ που είναι 5 χρονών και είδε τη μάνα του να διαμελίζεται από μία οβίδα
Δε θέλω να γίνω τα ρέστα της γυναίκας ή του άντρα που ψωνίζεται στο πεζοδρόμιο
Δε θέλω να γίνω η ζεστασιά των πιωμένων στα καταγώγια
Δε θέλω να γίνω τα ρεμπέτικα στα κουτούκια των σημαδεμένων νυχτοπερπατητών που συγκρατούν με δυσκολία την απομάγευση και το ξερατό
Δε θέλω να γίνω το "αχ" των ανέραστων
Ή η σιγουριά όσων πούλησαν τον πόθο τους στο τζόγο για φτηνή επιβεβαίωση

Θέλω να γίνω τα χέρια του Ντάρεκ που κάθε έξι μήνες τρέχει για την άδεια παραμονής
Τα καψίματα στους καρπούς του από το τηγάνι του φαλάφελ
Ο τρόπος που καπνίζει το τσιγάρο του
Με μία ανεξήγητη ηρεμία
Και το πικραμένο του χαμόγελο που ανεβαίνει ξανά στην Αθήνα.